Κυριακή, 3 Αυγούστου 2014

Κεφάλαιο ΙΙΙ: Πως είναι να φοβάσαι;

 Καθισμένος στη καρέκλα ενός γραφείου, τελευταία μέρα στη δουλειά, ένιωσα πάλι τον φόβο. Όταν φοβάσαι ανεβαίνει η θερμοκρασία, νιώθεις πανικό, βλέπεις τα σενάρια, που σκέφτεσαι, μπροστά σου να εκτυλίσσονται και φυσικά πεθαίνεις από αίτια επιστημονικής φαντασίας ή αστυνομικής ή ερωτικής ή κάτι παρόμοιο που κατά 85% δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ. Πρώην γκόμενες μπουκάρουν με μαχαίρια, κερατωμένοι σύζυγοι με πιστόλια τρέχοντας και ανεβαίνοντας τις σκάλες με παναγίες και χριστούς, άσχετοι ζητούν πληροφορίες και ξαφνικά σε απειλούν, σε δένουν και σε βασανίζουν σε κάποιο υπόγειο. Ο φόβος έρχεται όταν δεν τον περιμένεις. Τακ,τακ ''Είμαι ο Φόβος'', καλησπέρα σας. Στον ύπνο σου , ύπουλα, σε ξυπνάει , σε αναγκάζει να ουρλιάξεις όσο πιο δυνατά μπορείς. Σηκώνεσαι από το κρεβάτι σου και τρέχεις μέσα στο σπίτι να σωθείς. Από ποιον; Από τι; Και όμως, ναι!!! Από τον ίδιο σου τον εαυτό. Τα παράξενα σενάρια, τα τέρατα, τους δολοφόνους και τα υποτιθέμενα καρδιακά επεισόδια, αυτός τα δημιουργεί. Εσύ απλά ξυπνάς και με ανακουφισμένη άγνοια λες: ''Αχ, πάλι αυτός ο ανόητος εφιάλτης''. Μέσα σου όμως ξεδιπλώνεται, με τέχνη που κάνεις μέχρι τώρα δεν κατέχει, ένα παχύ, με γραμματοσειρά chiller, LoL. Και η Χαρά, η γλυκιά μου σκυλίτσα φοβάται. Ότι και αν κάνω δεν μπορεί να το αποβάλλει. Όσο αγάπη και αν της δείχνω. Η Χαρά είναι σκύλος όμως μαλάκα. Στο γλυκό της το αιδοίο αν φοβάται ή όχι. Με ένα μπισκοτάκι θα είναι και πάλι χαρούμενη. Παροδικός φόβος λοιπόν. Ο φόβος του ανθρώπου όμως θέλει μάχη για να ξεπεραστεί. Αντρίκια θέματα, όχι μαλακίες.Τέλος λέμε ρε παιδάκι μου, θα πολεμήσω. Ρε συ να σου πω κάτι, έχω έναν πόνο στο στήθος, κάτι περίεργο ρε γαμώτο. Λες να πεθαίνω, ε; Βοήθειααα.....!!

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

Το Διήγημα: Σεξ με αέρα feat.Orange machine station



 Το όνομα μου είναι Κρήνος, Μπάμπης Κρήνος. Η ιστορία είναι απλή αλλά περίεργη. Βρίσκομαι σε ένα μοτέλ κάπου στην Αθηνάς ξαπλωμένος σε αυτό που λέμε κρεβάτι, αλλά για την στιγμή το ονομάζω λίμνη αίματος και περιμένω να συνέλθω από το σοκ. Το κεφάλι μου πονάει φριχτά, σαν να με έχει χτυπήσει ουρακοτάγκος τεραστίων διαστάσεων και στο χέρι μου , συγκεκριμένα στον ώμο, υπάρχει μια ‘’μέλισσα’’ 3mm. Το δωμάτιο είναι μπουρδέλο, αν και τα σημερινά μπουρδέλα δεν δικαιολογούν αυτή την φράση, και ο φωτισμός του έντονος, μου χαλάει την ηρεμία των ματιών.
 Είχα πάει από το μπαρ της Φωτεινής στο Μοναστηράκι να πιω το καθιερωμένο βραδινό ποτό. Η τρύπα αυτή με καλούσε κάθε νύχτα. Ήταν σαν μια ηλεκτρική σκούπα που ρουφάει όλα τα σκουπίδια. Μπαίνω, λοιπόν, παραγγέλνω και αράζω στη μπάρα. Μετά από λίγη ώρα μπαίνει στο μαγαζί μια γυναίκα, από αυτές τις διαστημικές. Το τσαντάκι της ανεμίζει γύρω γύρω και το κεφάλι της κινείται αριστερά, δεξιά , ξεκάθαρο δείγμα ότι ψάχνει παρέα. Τελικά προχωράει προς το μέρος μου και θρονιάζεται δίπλα. Το φόρεμα της είναι μαύρο και καθόλου διακριτικό στα σημεία του στήθους και των ποδιών. Επίσης με το μακιγιάζ έχει τονίσει τα μάτια και τα χείλη της. Με εντυπωσιάζουν οι ασημί μπότες της που καλύπτουν σχεδόν τα κάτω άκρα, τα οποία είναι ατέλειωτα. Χωρίς πολλές ντροπές αρχίζουμε το μπλα μπλα. Ήξερα τι ήθελε από την αρχή.
 Μετά από αρκετές ώρες και αφού είχαμε πιει 5-6 ποτά ο καθένας κατευθυνθήκαμε προς την έξοδο, σαν δύο μεθυσμένοι φίλοι, αγκαλιασμένοι και γελώντας. Βγαίνοντας στο δρόμο η σκληρή μα καθόλου άσχημη πραγματικότητα μας συνάντησε. Αλλοδαπές γυναίκες που περίμεναν κάποιον για να βγάλουν το νυχτοκάματο και παιδιά που έπαιρναν την δόση τους ήταν οι πρώτες εικόνες. Όμως ξέραμε προς τα που να κινήσουμε. Στο πρώτο βρώμικο και φθηνό μοτέλ για να ξεκαυλανιάσουμε.
 Βρήκαμε λοιπόν το δρόμο μας και μπουκάραμε στο χώρο που περιέγραψα στην αρχή. Νοικιάζουμε ένα δωμάτιο για λίγες ώρες και κάνουμε την είσοδο μας στο ασανσέρ. Χαμούρεμα, ζαλάδα, 3ος όροφος. Βρίσκουμε το δωμάτιο που μας αντιστοιχούσε και μπαίνουμε.
-Που με έφερες ρε...;
-Μπάμπης μωρό μου, Μπάμπης Κρήνος. Και σε έφερα εκεί που ήθελες.
-Ναι αυτή είναι η αλήθεια, εδώ ήθελα να με φέρεις.
-Εγώ θα σε λέω Ούμπι. Σε πειράζει;
-Καθόλου, αρκεί να μείνω ευχαριστημένη.
Ετοίμαζα τα ποτάκια και νοιώθω τα χέρια της Ούμπι  χαμηλά, έτοιμα για χτύπημα κάτω από την ζώνη.
Χωρίς αναστολές, μου τον πιάνει ξεδιάντροπα και αρχίζει να με γδύνει.  Σε λίγα δευτερόλεπτα είμαστε και οι δύο γυμνοί μπροστά από τον καθρέπτη του δωματίου και πειραζόμαστε. Κάποια στιγμή, που ήμασταν στην οριζόντια θέση συνειδητοποιώ, την τύχη μου μέσα, ότι δεν έχω προφυλακτικά. Για μια στιγμή το ποτό και οι ορμές θόλωσαν το μυαλό μου και σκέφτηκα, «δεν πάω πουθενά», αλλά έπειτα η φωνή της μάνας μου, σχετικά με την υπογραφή και το πέος μου, με έκανε να ανασηκωθώ ταχύτατα.
-Γρήγορα, δεν αντέχω, μου λέει με πνιχτή φωνή. Βγαίνω από το δωμάτιο μεθυσμένος και κόκκινος από την όλη φάση.
 -Εεεεε, που πας συ ρε; μου λέει ο άντρας στη ρεσεψιόν.
-Έρχομαι, έρχομαι, φωνάζω.
  Βρίσκομαι λοιπόν στην οδό Αθηνάς ψάχνοντας περίπτερο. Κοιτάζω γύρω μου αλλά δεν φαίνονταν να υπάρχει κάτι εκεί κοντά. Αρχίζω και περπατάω κατά μήκος της οδού αλαφιασμένος. Καθώς πήγαινα συνειδητοποίησα ότι κάτι δεν κολλούσε στο σκηνικό. Γυρνάω προς όλες τις κατευθύνσεις σαν χαμένος και μένω έκπληκτος. Όλα είχαν γυρίσει τούμπα. Ναι, όλα ανάποδα. Σπίτια, δέντρα, αμάξια, οι άνθρωποι περπατούσαν με το κεφάλι.
«Τι παίχτηκε εδώ ρε πούστη μου» , σκέφτομαι. «Τόσο πολύ έχω πιεί». Μπροστά μου, στα 200μ., ένα ανάποδο περίπτερο με το άνοιγμα του ταμείου προς τα πάνω. «Πόσο έχω πιεί;» «Καλά, τόσο μαλάκας είμαι;» σκέφτομαι πάλι. Όπως σκεφτόμουν, ξαφνικά, εμφανίζεται ένας φυσιολογικός άνθρωπος, περπάταγε ακόμα με τα πόδια όπως και εγώ.
-Επ, είσαι και εσύ κανονικός ακόμα, μου λέει με φοβισμένο βλέμμα.
-Ε, ναι. Παράξενο;
-Καλά, δεν βλέπεις τι γίνεται γύρω σου;
-Τι γίνεται; του λέω για να τσεκάρω αν είμαι καλά.
-Όλα αιωρούνται. Και πράγματι όλα ήταν στον αέρα και όχι ανάποδα, απλά έτυχε να δω αρκετά από αυτά ανάποδα.
-Ναι ε; Τι λες; Και γιατί εμείς δεν αιωρούμαστε; Μήπως είμαστε οι μαλάκες της υπόθεσης;
-Σσσς, μη μας ακούσουν και μας αεροποιήσουν.
-Τι να μας κάνουν; Να μας αερογαμήσουν; Η επίδραση του αλκοοοοοοόλ ήταν πλέον στο κορύφωμα.
-Έχουν βάλει σε όλα ένα ειδικό αέριο για να αιωρούνται στην ατμόσφαιρα. Πάντα μέχρι τα 50μ.. Αν ανεβάσουν το όριο τα πάντα θα σκάσουν και θα χαθεί ο κόσμος.
-Μήπως να το παίξω Μίστερ Κρίνομαν να τα γαμήσω όλα να κατέβουν;
-Χμμ, δεν είναι εύκολο, δεν ξέρω, πάω να κρυφτώ, κρύψου και εσύ γεια. Και έφυγε πανικοβλημένος.
 «Ρε γαμώ τα πάντα, ένα γαμισάκι έβαλα μπροστά και θα μου το βγάλουν ξινό οι καριόληδες, οι αερογαμιάδες»; σκέφτηκα. Άρχισα να φωνάζω στον περιπτερά γιατί νόμιζα ότι όλα ήταν ένα όνειρο.
-Εεε, μπορείτε να μου πετάξετε ένα κουτάκι προφυλακτικά;
-Έχεις αερολεφτά ή θα μου τα πρήξεις και εσύ στο παρακαλητό; Και άρχισε να με κοροϊδεύει με φωνή πεντάχρονου παιδιού: -Εεε, σας παρακαλώ μια πίστωση...
Πωπω και άλλος αερομαλάκας, είπα από μέσα μου.
-Τι είναι αυτά πάλι;
-Όπως το ακούς, χρήματα που αιωρούνται, πάνε εκείνα τα παλιά είναι άχρηστα.
-Ρεεε πέτα μου ένα γαμημένο κουτάκι μην ανέβω απάνω.
-Χα χα, προσπάθησε.
Ε, ρε που έμπλεξα,  είπα. Δε γαμιέται, θα κάνω την δουλειά μου χωρίς προφυλακτικό αν υπάρχει ακόμα η γκόμενα και δεν έχει γίνει φουσκωτή και αυτή.

Διαφήμιση
«Είστε καυλιάρης; Θέλετε διαρκώς να κάνετε έρωτα; Να χύνετε όλο τον ντουνιά; Τι σας φταίνε οι άλλοι; Γαμήστε άφοβα με προφυλακτικά «Παράδεισος». Πρώτα ο συνάνθρωπος...»

 Προχωρούσα προς το μοτέλ και όλα γύρω μου πετούσαν. Έφτασα στην είσοδο και ξαφνικά άρχισα να πέφτω. Δεν θα γαμήσω σκέφτηκα. Κατέληξα κάπου και έχασα τις αισθήσεις μου. Παφφφφφφ....
 Όταν ξύπνησα ήμουν στο δωμάτιο του φθηνού, βρώμικου μοτέλ που όλα άρχισαν. Σίγουρα δεν γάμησα και πιο σίγουρα δεν θα γαμούσα ποτέ. Ρούχα, πορτοφόλια και γκόμενα εξαφανισμένα. Προφανώς με είχε πυροβολήσει και χτυπήσει με κάποιο γυναικείο σιδερικό. Μετά από αρκετή προσπάθεια σηκώθηκα, τύλιξα το σεντόνι γύρω μου, αγρίεψα την έκφραση μου, σαν να μην τρέχει τίποτα, και ξεκίνησα για το τσαρδί μου. Ο ήλιος είχε ανατείλει και κάτι μου έλεγε ότι δεν είναι η μέρα μου σήμερα.
  Περπάτησα αρκετή ώρα μέχρι να φτάσω στη στάση του τρόλεϊ. Οι περαστικοί με προσπέρναγαν σαν να ήμουν σακούλα με σκατά. Η αλήθεια ήταν πως ήμουν γεμάτος με κόκκινο υγρό, το σεντόνι είχε γίνει σαν ρωμαϊκός μανδύας, εμένα μου άρεσε. Έκατσα στην σιδερένια κατασκευή της στάσης και περίμενα, γι ’αυτό εξάλλου είχα διαλέξει το τρόλεϊ, ήθελα να περιμένω πολύ. Η ζάλη μου από την αιμορραγία δεν μου επέτρεπε και πολλές κινήσεις.
 Κάποια στιγμή ένοιωσα απόλυτη ησυχία γύρω μου, ήμουν εγώ και η στάση ή έτσι νόμιζα. Το πορτοκαλί τέρας με τα δύο κέρατα δεν φαινόταν πουθενά. Αργούσε πολύ και η ευτυχία με κατέκλυζε. Είχα ανάγκη να ηρεμήσω μετά από αυτή την τρελή νύχτα. Τότε ήταν που έγινε.
-Το τρόλεϊ και εσείς; άκουσα μια φωνή δίπλα μου και δεξιά. Χωρίς να κοιτάξω απάντησα
.-Εεε, όχι ακριβώς.
-Εδώ είναι η στάση του 5, για να ξέρετε.
-Ξέρω, ξέρω. Περιμένω..., του είπα. Καλά ποιος περιμένει το τρόλεϊ, ενώ υπάρχει το τρένο, που με συνδυασμό με ένα ποδήλατο πας εκεί που θες πολύ γρήγορα, σκέφτηκα.
-Για να μην περιμένετε άδικα σας το λέω.
-Τι άδικα ρε γαμώ; Περιμένω σου λέω. Τι άλλο να πω πιο ξεκάθαρο, είπα από μέσα μου, περιμένω.
-Μήπως έχει απεργία σήμερα; είπε η φωνή. Μήπως χτύπησε ο οδηγός; Ένα χαμόγελο κρυφό έσκασε στο στόμα μου και σκέφτηκα «να, η ευκαιρία».
-Ναι, άκουσα ότι έχει απεργία, ναι, μήπως και με παρατήσει η εκνευριστική φωνή.
-Παλιάνθρωποι, κάθε μέρα κάτι σκαρφίζονται για να μην δουλέψουν. Θα περιμένω και εγώ μαζί σας, θα γνωριστούμε καλύτερα. Σπανίζει αυτό στις μέρες μας. Η συζήτηση με τον συνάνθρωπο εννοώ.
 Τότε ήταν που έσπασα, λύγισα ρε παιδί μου. Ήθελα να γυρίσω το κεφάλι μου από την αριστερή μεριά και να δω το τρόλεϊ ή από την δεξιά και να έχει εξαφανιστεί όποιος και να ‘ταν δίπλα μου. Μάζεψα όση δύναμη είχα και ούρλιαξα.
-Ρε γαμημένε, βλέπεις να’ χω όρεξη για κουβεντούλα; Περιμένω σου είπα. Δεν είπα τίποτα άλλο. Τίποτα που να προδίδει την κοινωνικότητα μου ή την φιλική μου διάθεση. Άντε και γαμήσου. Και κάνω την κίνηση προς τα δεξιά. Κανείς, τίποτα. Μόνος μου στο παγκάκι της κατασκευής. Κάποιος με δουλεύει. Σηκώθηκα και έψαχνα σαν τρελός πίσω από την στάση, πάνω στα δέντρα, στα παρκαρισμένα αμάξια, τίποτα. Επίσης είχε βραδιάσει, ο ήλιος είχε εξαφανιστεί, αλλά οι αισθήσεις μου, μου έλεγαν ότι μόλις έκατσα. Όλα έδειχναν ότι κάτι δεν πάει καλά. «Λες να είναι έτσι όταν πεθαίνεις,» σκέφτηκα. Σηκώθηκα από την στάση, περπάτησα μέχρι να φτάσω το βατραχάκι απέναντι, έβγαλα ένα παγωτό από την τσέπη μου, το χάιδεψα, καβάλησα το πόνυ μου και καλπάσαμε μέχρι την επόμενη στάση. Σίγουρα είχα πεθάνει, δεν το αρνούμαι. Το όνομα μου ήταν Κρήνος, Μπάμπης Κρήνος και όλα αυτά μεταξύ μας






Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

J

 Μια στιγμή μικρή, αλλά ταυτόχρονα τόσο μεγάλη, μόνο για σένα φυσικά. Αυτός που νοιώθει την στιγμή μικρή, αλλά ταυτόχρονα τόσο μεγάλη, για αυτόν μιλάμε τώρα. Δευτερόλεπτα που νιώθεις συναισθήματα ξεχασμένα. ''Υπάρχει ελπίδα'' φωνάζεις μέσα σου και είναι πραγματικό. Επιτέλους πραγματικό. Σε νοιάζει μόνο που στα αυτιά του μυαλού σου, το άκουσες. Ρε παιδί μου, το πιρούνι είναι πάλι πιρούνι, για λίγο, δεν πειράζει. Τα μάτια πάλι μάτια, τα δάχτυλα ξανά δάχτυλα και άλλα πολλά. Μετά μόνος σου. Ωραία μόνος σου όμως. Ρίχνεις και μια στροφή άμα κάτσει, γιατί είσαι ο Ήλιος και η Γη μαζί. Και δώστου γύρω, γύρω, γύρω, γύρω, γύρω 33 φορές, άντε και μία παραπάνω για να γουστάρεις, έτσι για την Αφροδίτη. Πέφτεις κάτω, σηκώνεσαι, γυρνάς αντίστροφα τώρα για τους υπόλοιπους. Αχχ, ηδονή και φεύγεις γρήγορα γρήγορα για το κρεβατάκι σου χαμογελαστός. Η στιγμή παραμένει δυνατή και αναλλοίωτη. 

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

ρΟζ

 Ήταν εκεί με όλους και μόνη. Πως τα καταφέρνει; Τα φέρνει όλα βόλτα.Βόλτα; Είπα βόλτα; Όχι φίλε μου. Τρέξιμο λέγεται αυτό. Ακατάπαυστο τζόκινγκ συν κάποια πολύ γρήγορα ανοίγματα, που λέμε, των 5000 χιλιομέτρων. Μαύρη φωτιά που σκοτεινιάζει τον ήλιο, αλλά του δίνει και μια ανάσα από την κάψα του. Για σένα λοιπόν που νομίζεις ότι θα σταματήσεις την κίνηση αυτή, χιλιάδων δευτερολέπτων,αυταπατάσαι. Το ροζ ελεφαντάκι θα συνεχίσει την δουλειά του μέχρι να σε δει ξαπλωμένο,αιμόφυρτο, να παρακαλάς για την γλυκιά του μακριά προβοσκίδα. Εξαντλεί την κάθε σου δύναμη και το διασκεδάζει. Κουνάει τα αυτάκια του και μυρίζεις γαλήνη, αέρα καθαρό,τον γαλανό ουρανό. Το μεγάλο του κωλαράκι χορεύει σε ρυθμούς που σε καλούν κοντά του και κλείνεις τα μάτια υπνωτισμένος,σαγηνευμένος, κουνώντας τα άκρα σου σαν μαριονέτα. Μέτα κλάνει. Σε κλάνει με νάζι. Πάνε όλα τα γλυκά σκέρτσα του. Απλά χέζει και κάθεσαι και βλέπεις την τεράστιες βερβέλες να ξεπετάγονται από το ρυθμικό κωλαράκι του. Βγάζει την στολή και εμφανίζεται με την πραγματική της μορφή. Μαύρη φωτιά. Αλλά ο Γκάνταλφ δεν είναι εκεί να την ξορκίσει. ''You shall not pass''στριγκλίζω, τίποτα. Με παίρνει μαζί της, με σκοτεινιάζει, γίνομαι κάρβουνο. Η σκόνη μου αναμιγνύεται με τον άνεμο, με τα δέντρα, με όλα. Και μαζί της. Έγινε. Αχ, ανακούφιση. 

Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

Orange Machine Station


  Εδώ και πολύ καιρό έχω σταματήσει να παίρνω λεωφορεία και τρόλεϊ. Το τρένο όμως το χρησιμοποιώ, είναι γρήγορο. Φτάνεις εκεί που θες, την ώρα που θες. Ειδικά σε συνδυασμό με ποδήλατο, κανείς δεν αμφιβάλλει ότι φτάνεις σφαίρα, ίσως και πιο νωρίς από την ώρα που έχεις ραντεβού. Σήμερα το πρωί όμως επέλεξα το τρόλεϊ. Ήθελα να περιμένω στη στάση. Να κάτσω στο παγκάκι της κατασκευής και να περιμένω. Την υπομονή μου να προπονήσω, τους περαστικούς να βλέπω, τα σκυλιά του δρόμου να χαϊδεύω, αλλά κυρίως στόχος, να περιμένω.
 Αργούσε πολύ και η ευτυχία με κατέκλυζε. Το πορτοκάλι τέρας με τα δύο κέρατα δεν φαινόταν πουθενά.
-Το τρόλεϊ και εσείς; άκουσα μια φωνή δίπλα μου. Χωρίς να κοιτάξω απάντησα.
-Εεε, όχι ακριβώς.
-Εδώ είναι η στάση του 5, για να ξέρετε.
-Ξέρω, ξέρω  Περιμένω...! Καλά ποιος περιμένει το τρόλεϊ, ενώ υπάρχει το τρένο, που με συνδυασμό με ένα ποδήλατο πας εκεί που θες πολύ γρήγορα; σκέφτηκα.
-Για να μην περιμένετε άδικα σας το λέω.
-Τι άδικα ρε γαμώ; Περιμένω σου λέω.Τι άλλο να πω πιο ξεκάθαρο, είπα από μέσα μου, περιμένω.
-Μήπως έχει απεργία σήμερα; είπε η φωνή. Μήπως χτύπησε ο οδηγός; Ένα χαμόγελο κρυφό έσκασε στο στόμα μου και σκέφτηκα ‘’να, η ευκαιρία’’.
-Ναι, άκουσα ότι έχει απεργία, ναι.
-Παλιάνθρωποι, κάθε μέρα κάτι σκαρφίζονται για να μην δουλέψουν. Θα περιμένω και εγώ μαζί σας, θα γνωριστούμε καλύτερα. Σπανίζει αυτό στις μέρες μας. Η συζήτηση με τον συνάνθρωπο εννοώ.
 Τότε ήταν που έσπασα, λύγισα ρε παιδί μου. Ήθελα να γυρίσω το κεφάλι μου από την αριστερή μεριά και να δω το τρόλεϊ ή από την δεξιά και να έχει εξαφανιστεί όποιος και  να ‘ταν δίπλα μου.
-Ρε γαμημένε, βλέπεις να’χω όρεξη για κουβεντούλα; Περιμένω σου είπα. Δεν είπα τίποτα άλλο. Τίποτα που να προδίδει την κοινωνικότητα μου ή την φιλική μου διάθεση. Άντε και γαμήσου. Και κάνω την κίνηση προς τα δεξιά. Κανείς, καμία, τίποτα. Μόνος μου στο παγκάκι της κατασκευής. Κάποιος με δουλεύει. Σηκώθηκα και έψαχνα σαν τρελός πίσω από την στάση, μέσα στο μαγαζί που βρίσκονταν  δίπλα από εκεί που καθόμουν, τίποτα. Επίσης είχε βραδιάσει, αλλά η αισθήσεις μου, μου έλεγαν ότι μόλις έκατσα. Όλα έδειχναν ότι κάτι δεν πάει καλά.
Η αναμονή;Τα προβλήματα; Το τρόλεϊ; Η φωνή; Εγώ; Εσύ; Άντε ρε με τις μαλακίες. Τρελαίνονται τα παλικάρια; Οι άντρες λέω  τα χάνουν; Σηκώθηκα από την στάση, περπάτησα μέχρι να φτάσω το βατραχάκι απέναντι, έβγαλα ένα παγωτό από την τσέπη μου,το χάιδεψα, καβάλησα το πόνυ μου και καλπάσαμε μέχρι την επόμενη στάση.