Σάββατο 4 Μαΐου 2013

Something Like Love


Χ: - Ακουμπάμε σε δύο τεράστιες κολώνες, φτιαγμένες από στοιβαγμένες πέτρες, ούτε μικρές, ούτε μεγάλες . Δεν βλέπουμε ο ένας τον άλλον, αλλά μπορούμε να πιαστούμε από τα χέρια.
Χ2: -Βρισκόμαστε στη μέση ενός κόκκινου δωματίου, με βαριές πορτοκαλί κουρτίνες. Ο τοίχος που βλέπουμε μπροστά μας, είναι γεμάτος καθρέφτες  κάθε είδους.
Χ: -Σε ρωτάω, ‘’Τι βλέπεις;’’ ‘’Εεε, βλέπω το σπίτι μας. Έχει παλιώσει, είναι γκρεμισμένο και κάποιοι μένουν μέσα’’ απαντάς.
Χ2: -Στην πίσω μεριά κάθεται ένας κύριος σε μια καρέκλα. Φοράει τις πιζάμες του και στον λαιμό του διακρίνω ένα σημάδι.
Χ: -Ααα, ρε γαμώτο δεν μ’ ακούς . Μέτα με ρωτάς εσύ τι βλέπω. ‘’Εσύ τι βλέπεις;’’
‘’Ζευγάρια να χορεύουν, πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί. Σιγά σιγά πέφτουν στο κενό χαμογελαστοί και το κάθε ζευγάρι προσγειώνεται μέσα στη βάρκα του και συνεχίζουν τον χορό’’.
Χ2: -Πιανόμαστε από το χέρι και περπατάμε κατά μήκος του δωματίου. Παρατηρώ ότι το δωμάτιο αλλάζει χρώματα σε κάθε βήμα μας.
Χ: - Καλά λέγε τα δικά σου, τι να σου πω; Εκτείνουμε τα χέρια μας προς τα πίσω και παρόλο που οι κολώνες είναι χοντρές, καταφέρνουμε να πιαστούμε.
Χ2: -Ρε παιδί μου, τα ίδια λέμε, ξεκόλλα. Τα χέρια μας, τα χέρια μας...! Ο κύριος είναι ακόμα εκεί και μας κοιτάει επίμονα. Απότομα σηκώνεται τρέχει προς το μέρος μας, βγάζει από το παντελόνι του ένα πριόνι και μας κόβει τα χέρια. Θεέ μου… χριστός ανέστη.
Χ: - Η αίσθηση του να σε αγγίζω είναι θαυμάσια. Όμως, οι κολώνες αρχίζουν και μας σπρώχνουν, νοιώθω τα χέρια σου να απομακρύνονται. Δεν σε αφήνω, δεν μπορώ. Αποκόβονται από πάνω μας τα χέρια μας, χριστέ μου… αληθώς ο κύριος.
Χ2: -Ρε συ, σε ποιο επεισόδιο είμαστε; Σεζόν 2 σίγουρα, αλλά σε ποιο;
Χ: Πίτσα παράγγειλες; Νομίζω στο 5. Άντε βάλε.
Χ2: Οκ. Θα μου πιάσεις το χέρι;
Χ: Εσύ τι λες; Ζουγκουνίτσα μου….!

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

6 Μαρτίου



Καλημέρα γλυκό μου ημερολόγιο.
 Όταν ξυπνάω το πρωί είναι τέλεια. Ανοίγω τα μάτια μου,  χαζεύω όλο το δωμάτιο μου, τεντώνω τα χέρια μου και χαμογελάω. Μετά πάω στο μπάνιο και κάνω τις καθαριότητες, όπως μου έμαθαν, δόντια, πρόσωπο, πέος. Αφού είμαι καθαρός, τρέχω γρηηηηηηηήγορα στην καταπληκτική κουζίνα. Εκεί με περιμένει το γάλα, ο καφές και ίσως λίγο φαγάκι. Το γάλα μου το πίνω πάντα με λίγο καφέ γιατί μου μυρίζει ,χεχε!
 Το αγαπημένο μου είναι μετά. Ο σκύλος μου, ο Μπιλ. Έρχεται στα πόδια μου, στο δωμάτιο μου και μου ζητάει χάδια. Παίζουμε με τις ώρες, γιατί τον αγαπάω πολύ. Εντάξει, ψέμματα είπα, έχω και άλλο αγαπημένο. Συγχώρεσε με. Ανοίγω, λοιπόν, τον υπολογιστή μου για να δω τι έκαναν οι φίλοι μου χθες, ξέρεις τώρα, notification, likes, share, poke, αχ, πως μ’αρέσουν τα poke! Πάντα ακούω μουσική στο youtube και προσπαθώ να μάθω όλα τα τραγούδια του Justin Bieber για να τα τραγουδάω συνέχεια. Περνάω φανταστικά το πρωί.
 Έχω ξυπνήσει πλέον για τα καλά. Το κεφάλι μου γεμάτο από micro-μαλακίες. Συνεχίζω όμως να περνάω καλά, πίνοντας τον καφέ μου και ακούγοντας μουσική, παλιά, πάντα. Ο καπνός έχει γεμίσει τα πνευμόνια μου και έχω την ανάγκη να φυσήξω δυνατά, να φύγουν όλα. Τελικά δεν φυσάω. Κάθομαι με την αναπνοή κρατημένη στο ενδιάμεσο, κάπου στον οισοφάγο. Σκέφτομαι ότι κάτι λείπει. Ζάχαρη στον καφέ; Σφιχτό τσιγάρο και δε μ’αρέσει; Φωτεινότητα στον υπολογιστή; Ένταση; Στο τέλος ενδίδω στην εκπνοή γιατί θα σκάσω. Ο αέρας που βγαίνει από μέσα μου είναι τόσο δυνατός και γεμάτος που σπάει η οθόνη, χύνεται ο καφές, γκρεμίζεται ο τοίχος και εγώ παίρνω την αντίθετη κατεύθυνση και σκάω στον πίσω τοίχο.
 Κάτι λείπει το πρωί. Το φανταστικό πρωινό μου...κάτι, κάτι!!!!!

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

Christmass Secrets


...Μόνο την φωτιά, μόνο τον σεισμό να φοβάσαι. Άθλος, μόνον αυτός δύσκολος. Η φύση, οι θεοί, η οργή τους. Τα θεϊκά καυλιά τους και στήθη τους πάνω από το κεφάλι σου, βροντούν και σε ανατριχιάζουν. Μόνο αυτό. Ο Αϊ Βασίλης και οι καλικάτζαροι είναι απλά φίλοι σου, σύντροφοι στοργικοί. Μπορείς να τους ευγνωμονείς για την καλοσύνη τους, να χορέψεις μαζί τους. Φόρα το κόκκινο σκουφάκι και τα καυτά εσώρουχα σου, βγάλε από πάνω σου την σκιά και ευχαριστήσου το φως.
 Τώρα που ο χρόνος είναι άπλετος, δεν υπάρχει φυγή, δικαιολογία. Τώρα είναι η στιγμή σου, μια στιγμή που αδημονεί, παραφυλάει, να ελευθερωθεί από τα πάντα. Από όλη την πίκρα σου, όλο το σκότος της ψυχής σου. Το ξέρεις καλά πως το φως νικάει το σκοτάδι, αρκεί να ανάψεις τον φακό, κλικ….τσαφφφφφφ….Ναιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι, ωωω θεοί, καυλώνω, ναι, ξανακαυλώνω, με όλα, είμαι χαρούμενος. Πιάνω την σκιά και την γαμάω από τα μάτια, την ξεσκίζω, αχχχχ, μμμμμ, πάρτα.
Φόβος;
Ε;
Τι είπατε;
Είπα άντε γαμήσου;
Εγώ;
Το είπα και είμαι καλά. Μια φορά και για πάντα. Τελικά μετράω. Μετράω απλά, σύντομα, έτσι,πσςςςςςςςςςς. Αυτά είναι. Θέλω να πω δεν μπορώ άλλο την μιζέρια, θέλω και αποκτώ, τόσο απλό. Και άλλα πολλά Αφροδίτη, θέα της καύλας και της ζωής.

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Anasurlu


I saw you in a bar
Dark, dark, dark.


There were no people, no music, and no lights
Only your figure before my eyes.


I came next to you, you ordered shots  
And then we talked all night long.

Then you told me, you should leave, queer emotions filled the air,  

But we agreed to meet again.

She doesn’t want me, anymore

She doesn’t love me, anymore
And I cry, every day alone.

Next time I saw you, we took a walk in a small town,
 The last thing I remember, is your lips on mine


And so time went by, and so time flew, full of good moments of me and you. 


But those beautiful memories faded away, oblivion and loneliness shattered our way
 Shadows and sickness climbed up the walls, with only one purpose, to steal our love.


Weakness covered everything, old sins untold, in the end the devil won.


Baby, I m gonna tell you something, let me dance with you again,
 let me hold you in my arms, light the fire in the darkest night
 I will burn the snakes behind.


And remember, I saw you in a bar.









Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012

Si Ra Lely



Μέσα την πνοή μου βαστάω
μέσα, για να μην την ξεχνάω
και όταν θυμηθώ να αναπνεύσω
θα ναι μόνο για να αντέξω.

Κοιτά πως περνάει ο χρόνος
βλέπεις, ο καθένας είναι μονός
μιλά, μιλά μου για εσένα
ξέρεις χόρτασα πια έμενα.

Πάμε μέσα στην καταιγίδα
θέλω να σε δω όπως σε είδα
θα μαι εκεί που ορίζει η νύχτα 
ψάξε, είμαι εκεί που σε βρήκα.

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Χωρίς χρώμα


Μες’ το σκοτάδι κρυμμένος , σε μια γωνιά, πίσω από τις φωτογραφίες, καμουφλαρισμένος με την σκιά του παρελθόντος  και ποτισμένος με αλκοόλ, παρακολουθώ τις σκηνές μιας παλιάς ταινίας. Παρακαλώ, δε ξέρω και εγώ ποιον, να γίνω ο πρωταγωνιστής στην θέση του αόρατου ηθοποιού, να ζωντανέψω τον άυλο, διάφανο χαρακτήρα, για να δω για μια φορά ακόμα.
 Τριγυρνά σε έρημες γειτονιές, βουβές, ψάχνοντας να βρει λίγο χαμένο χρώμα για να τον βλέπουν, να τον ξεχωρίζουν. Γεμίζει το σώμα του, μέσω των αυτιών, άπειρες νότες, μπας και από τις δονήσεις αυτών των νοτών, καταλάβει κάποιος ότι είναι εκεί. Γεμίζει το σώμα του πληγές μήπως και εντοπίσουν τα σημάδια που αφήνει το αίμα του στο δρόμο. Τίποτα, παραμένει αόρατος, είναι εκείνος που κάποτε έζησε, υπήρξε, αλλά όχι τώρα.
 Προσπαθώ να περάσω μέσα από τα καρέ του φιλμ να τον βοηθήσω, αλλά δεν χωράω, να του δείξω ότι είμαι εδώ, τον βλέπω. Να μου πει αν ξέρει κάποιον τρόπο να περάσω μέσα απ’ τα δεσμά του. Στο τέλος συνειδητοποιώ  ότι είναι αναπόφευκτο αυτό που φοβάμαι. Είναι μόνος του, σε έναν τόσο μεγάλο κόσμο, μόνος του και ο χειρότερος φόβος του γίνεται πραγματικότητα. Δεν έχει happy end, είναι από αυτές τις ταινίες που σου αφήνουν μια πίκρα στη γλώσσα. Ξεροκαταπίνεις αλλά δεν φεύγει με τίποτα, ανοιγοκλείνεις τα μάτια και είσαι ακόμα στην κατάσταση που ήσουν πριν τα ανοιγοκλείσεις.

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2012

1+1=2



 Δύο λόγια να σου πω και μετά φύγε. Δεν συγκρίνεται με τίποτα η μορφή σου, η παρουσία και η απουσία σου. Είναι όλα τόσο ζωντανά, κάθε μέρα παράσταση.
 Θέλω ησυχία και φασαρία. Και αυτό το όνειρο, δεν με αφήνει ποτέ, αυτή η σκέψη δεν λέει να με αποχωριστεί . Ο ταυρομάχος μου χτυπάει κάθε μέρα το τζάμι και δεν μπορώ να μην τον βάλω μέσα, πρέπει να του μιλήσω, ακόμα.
 Τρέχω, λοιπόν, τρέχω και γύρω μου όλα θολά, από την ταχύτητα. Πηγαίνω μόνο ευθεία γιατί μου δίνει σιγουριά. Συνεχίζω και αρχίζω και ουρλιάζω κρατώντας στα χέρια μου ένα πολυβόλο. Το δάχτυλο μου συνέχεια στην σκανδάλη, πυρ κατά βούληση. Ντρρρρρρ….τρρρρρρ ….ντρρρρρρρρ…. συνέχεια ηδονή. Φτάνοντας στην άκρη του επιπέδου που τρέχω, δεν σταματάω, πηδάω , μα ,δεν πέφτω. Σφαίρες ατελείωτες τρυπάνε το κενό του κόσμου, αλλά όχι το δικό μου. Αιωρούμαι σε μέρη που δεν ξέρω, σαν σε αργή κίνηση.
 Τίποτα δεν είναι αρκετό για να σε καλωσορίσω. Κάτι όμως, δεν μπορεί. Είναι σαν να έχεις πιεί δηλητήριο και να πεθαίνεις, να ξέρεις ότι τίποτα δεν σε σώζει. Και ο ήλιος συνεχίζει να βγαίνει σαν να μην συνέβη τίποτα και να ρίχνει τις ακτίνες του πάνω μου, αυτό είναι ειρωνεία. Απ’ την άλλη όμως το φεγγάρι επίμονο στην θέση του. Δεν λέει να φύγει με κανέναν τρόπο. Αυτό τι είναι; Η θλίψη του ξεσπάει πάνω μου; Όλα και όλα 1+1=2.