Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

Ήταν Γαλάζιος



  Eίμαι εδώ ακόμα ζωντανός να περιμένω... Να περιμένω τη φωτιά που θα έρθει να με πάρει και να με σηκώσει ψηλά ώστε να φτάσω σε άλλα επίπεδα. Πετάω λοιπόν τα πάντα. Πράγματα,ψυχές,ουλές,φίλους,σκύλους και κάνω γύρους στην αυλή,στη φωνη,στη παρακμή,του ιδιού μου του εαυτού. Δε χρειάζομαι πια τίποτα. Ανατέλλω σε ένα καινούριο σώμα,σε μια νέα περιπέτεια. Η φωτιά πλέον με έχει περικλύσει. Η φωτιά πλέον είναι σε όλο το σώμα μου μέσα και έξω μου. Έχει αλλάξει το χρώμα της. Δεν είναι κόκκινο όπως το ξέρω,αλλά μαύρο,πράγμα που μου δείχνει ότι με καταλαβαίνει. Και εσύ; Δε σε βλέπω πουθενά. Λείπεις από αυτή τη δοκιμασία.Δεν είσαι μαζί μου. Μόνο σκιές. Μικρές,μεγάλες,άθλιες,μίζερες,άσπρες σκιές. Είναι δική μου αυτή η δοκιμασία,σκέφτομαι. Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ; Μα σαν δω καλύτερα διακρίνω κάτι περίεργο.Μια γαλάζια σκιά έρχεται προς το μέρος μου,πράγμα που δείχνει ότι με καταλαβαίνει. Ωωω,εσύ! Ήρθες τελικά σε εμένα. Με δείχνεις και γελάς,τραγουδάς,πετάς,έρχεσαι και με φιλάς και συνεχίζεις να γελάς.Σε κοιτάω σαν να είσαι άλλος,σα να είσαι ο σατανάς.Έχω αρχίσει και φοβάμαι που με φίλησες,που σε πίστεψα.Προδοσία φωνάζω και με ακούνε όλοι.Προσέχτε τις γαλάζιες σκιές ουρλιάζω. Και τους αγγέλους να φοβάστε.Ααααααααααα..........
          Μένω μόνος μου. Η φωτιά της γνώσης,οι σκιές του φόβου,και η γαλάζια μορφή του έρωτα με έχουν εγκαταλείψει. Ένας γαλάζιος κύριος έρχεται και με σηκωνει. Μου πιάνει το χέρι τόσο τρυφερά που νομισα ότι είναι ο Θεός.
-’’Είμαι ο Θεός’’μου λέει
-’’Είμαι η αγάπη,είμαι τα πάντα’’.
-’’Φύγε από μπροστά μου’’του λεω και σηκώνομαι και φεύγω γεμάτος οργή. Και αν όντως ήταν,αναρωτιέμαι. Ίσως μπορούσε να μου δώσει αυτό που ζητούσα. Αγάπη,ειλικρίνεια,ελευθερία,τα παντα. Για μια στιγμή ήμουν έτοιμος να γυρίσω, μα, μια σκέψη με έκανε να οργιστώ ακόμα περισσότερο: ’’ Ήταν γαλάζιος’’...

Πέμπτη 12 Μαΐου 2011

Η μάχη


  Ακόνισμα λεπίδων και νυχιών αργά το βράδυ. Σίγουρα ότι πιο λαμπερό έχει δει ο κόσμος, το Άργκαθρον. Το σπαθί των κοιμισμένων προ-ανθρώπων είναι έτοιμο για μάχη και στα χέρια μου. Απόψε θα σκοτώσω, θα κόψω κεφάλια, θα παλέψω, θα νικήσω. Μουσικές παλιές της Άννας Βίσση, του Πλούταρχου και της Bjork ηχούν στις κατακόμβες του βασιλείου. Σκρινκκκκκκκκκκ… η λεπίδα ξύπνησε και αόρατοι εχθροί έρχονται προς τον βασιλιά να δοκιμαστούν. Χορεύοντας Prodigy με όλες τις τεχνικές, το σπαθί γεμίζει αίματα όλων των χρωμάτων. Η καυτή ανάσα του βασιλιά κρύβει καλά το γέλιο του.
-LOL πουτάνας γιοί και κόρες. Σίγουρα σας άρεσε η δροσερή λεπίδα του αρχαίου σπαθιού. Σας εξάγνισε τα ζεστά, σκιερά κορμάκια σας.
-Μπουρτάν Χαλέ Κιλίζ… ψιθύρισε ο τελευταίος δαίμονας ξεψυχώντας.
-Μπουρτάν της μάνας σου, είπε ο ατρόμητος βασιλιάς και το Άργκαθρον εξαφανίστηκε, ξυπνώντας ιδρωμένος στο δωμάτιο του. Η ώρα ήταν 05:30 και έπρεπε να πάει στη δουλεία του…

Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

Wtf is this mess!!!(πολύ ευαίσθητο)


  Που βρίσκομαι; Χαμός, παντού χαμός. Γαμώ την πουτάνα μου , χαμός δηλαδή. Εγώ είμαι εδώ ή εκεί; Μήπως παρά’ κει; Ένας, δύο, τρεις, σαρανταδώδεκα; Τέλος.
 Γάντια, λέξεις, καφές, αλκοόλ, ταξίδια, εργασία, ρόλος, πόνος και άλλες  50.000 σελίδες λέξεων που μπορούν να αναπαραστήσουν τον χαμό. Καθημερινά, άγγελοι ή διάβολοι προσκρούουν στο μυαλό μου λέγοντας μου σ’αγαπώ .
 Όχι πάλι αυτό, μπορεί να είναι ο θάνατος μου. Δεν πεθαίνω σου λέω. Θα πεθάνεις βρωμόσκυλο. Δεν θα ησυχάσω και δεν θα πεθάνω. Έναν καφέ ρε παιδιά, μόνο έναν καφέ. Γλυκό, όμορφο αφρουδάκι και γαλάζιο καλαμάκι, έτσι-έτσι να το ρουφάω και να πηγαίνει μέχρι και τα τελευταία, τα πιο μικρά αγγεία ευχαρίστησης.
  Σ’αγαπάω, αλλά ξέρω ότι το κάνω με τον δικό μου εγωιστικό τρόπο. Και να σου πω την αλήθεια μ’αρέσει . Σκέφτομαι ότι κάποια στιγμή θα το ρυθμίσω , αλλά είναι και αυτός ο χαμός, η δικαιολογία μου.
 Τι μου θύμισε τώρα;  Α, τον μαλάκα. Γεμιστά στην αυλή της γιαγιάς, όλοι μαζί και η θάλασσα απέναντι. Μνήμες που κινούνται προς τα πίσω και κλαίνε. Σίγουρα κάποια στιγμή χάνονται τελείως ή πεθαίνουν. Εγώ δεν πεθαίνω.
 Σπιτάκι, δουλίτσα, σχεσούλα, γιορτούλες, στιγμούλες, κίσι πίτσι μούτσα , ζωούλες γλύκες, γεμάτες ευτυχία. Αχ μωρέ τι ωραία. Πούτσουλες, θανατούλιδες, αρρωστιούλες, φτωχαδάκια. Αχ μωρέ τι σκατά.
 Ρε δε γαμιέσαι από παντού. Φτιάξε μια θηλιά και πέρασε την κολιέ. Άντε στο διάολο. Μα κύριε, είπαμε ότι δεν πεθαίνω. Im a desperate, fragile soul. Χαχαχαχαχαχα!!!!

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Κουκου

''Είμαι αυτό που θέλεις να είμαι, βλάκα. Θα γίνω αυτό που θέλεις να γίνω. Θα είμαι τα πάντα που έχεις στο κεφάλι σου. Πάντα λειψός, πάντα λίγος. Ευαίσθητη πουστάρα, άλαλος, να με γαμάς. Και θα μ’αρέσει, ουουουουυ, δεν ξέρεις πόσο θα γουστάρω. Θα σε καμαρώνω σε όλα αυτά που εγώ κάνω λάθος, στα πάντα που ο μικρός εγώ είναι πολλά βήματα πιο πίσω. Φανταράκος που περιμένει να απολυθεί, ολοκληρωτικά δικός σου, μόνο για σένα. Σκυλάκι που κάνει γάου-γάου όταν το κλωτσάς και ξανάρχεται να σου δείξει την αγάπη του. Προγραμμάτισε αυτόν που σου γράφει τώρα ερωτικό γράμμα με vista kai linux να κάνει αυτό που ακριβώς θέλεις. Πουτάνα, φιλόσοφος, εργοδηγός, δικηγόρος, ρέιβερ, νοσοκόμα, αγαπούλα, μαλάκας, φίλος, ακόμα και εβραίος εξωγήινος. Μεταμορφώνομαι σε όλα σου λέω και συμφέρω. Παθητικός μέχρι αηδίας και αηδία γίνομαι για πάρτη σου. Μέχρι και μάσκες βάζω να μην βλέπεις το σιχαμένο πρόσωπο μου και βαριέσαι, αγάπη μου''. Για λίγο ακόμα.......

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Α?

 Μου έδωσες τις πιο ταραγμένες σου μέρες να τις πάρω, να τις κάνω ζωή. Με άγγιξες και μου ψιθύρισες «κάνε με ελεύθερο». Έχασες το όνειρο, έχασες το μυστικό σου και νόμισες οτί μ’ένα φιλί θα το ξαναφυλάκιζες στην ψυχή σου.
 Σου έδωσα τη ζωή και σου έμαθα να την διατηρείς όμορφη και αγνή. Σε άφησα να πετάξεις για να νοιώσεις την ελευθέρια να σε περιλούζει και τέλος σε φίλησα ένα βράδυ, τσακισμένος από την προσπάθεια να στα δώσω όλα και στα άφησα όλα. Έφυγα...
 Τώρα δε ξέρω που είσαι, αν βρήκες το όνειρο και το μυστικό σου, την ζωή που πάντα ήθελες. Το μόνο που γνωρίζω είναι ότι την ημέρα που έφυγα και σε άφησα, το όνειρο μου γκρεμίστηκε και το μυστικό μου έμεινε βαθιά μεσ’την πνοή σου. Ελπίζω μια μέρα που το φως θα δίνει την σκυτάλη στο σκοτάδι, ο αναστεναγμός σου να είναι τόσο δυνατός ώστε να φτάσει κοντά μου, να γίνει ένα με την αναπνοή μου για να θυμηθώ το μυστικό μου. Έχω  ξεχάσει.





























Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

Σεξ με αέρα


 Το όνομα μου είναι Κρήνος, Μπάμπης Κρήνος. Η ιστορία είναι απλή αλλά περίεργη. Βρίσκομαι σε ένα motel κάπου στην Αθηνάς ξαπλωμένος σε αυτό που λέμε κρεβάτι, αλλά για την στιγμή το ονομάζω λίμνη αίματος και περιμένω να συνέλθω από το σοκ. Το κεφάλι μου πονάει φριχτά, σαν να με έχει χτυπήσει ουρακοτάγκος επιπέδου άπειρου και στο χέρι μου , συγκεκριμένα στον ώμο, υπάρχει μια ‘’μέλισσα’’ 3mm. Το δωμάτιο είναι μπουρδέλο, αν και τα σημερινά μπουρδέλα δεν δικαιολογούν αυτή την φράση, και ο φωτισμός του έντονος, μου χαλάει την ηρεμία των ματιών.
 Είχα πάει από το bar της Φωτεινής στο Θησείο να πιω το καθιερωμένο ποτό, Jack Daniels Tennessee Whiskey. Παραγγέλνω λοιπόν και αράζω. Μετά από λίγη ώρα μπαίνει στο μαγαζί μια γυναίκα, από αυτές τις διαστημικές. Το τσαντάκι της ανεμίζει γύρω γύρω και το κεφάλι της κινείται αριστερά,δεξιά , ξεκάθαρο δείγμα οτί ψάχνει παρέα. Τελικά προχωράει προς το μέρος μου και θρονιάζεται δίπλα. Το φόρεμα της είναι μαύρο και καθόλου διακριτικό στα σημεία του στήθους και των ποδιών. Επίσης με το μακιγιάζ έχει τονίσει τα μάτια και τα χείλη της. Με εντυπωσιάζουν οι ασημί μπότες της που καλύπτουν σχεδόν τα κάτω άκρα, τα οποία είναι ατέλειωτα. Χωρίς πολλές ντροπές αρχίζουμε το μπλα μπλα. Ήξερα τι ήθελε από την αρχή.
 Μετά από αρκετές ώρες και αφού είχαμε πιει 5-6 ποτά ο καθένας κατευθυνθήκαμε προς την έξοδο, σαν δυό μεθυσμένοι φίλοι, αγκαλιασμένοι και γελώντας. Βγαίνοντας στο δρόμο η σκληρή μα καθόλου άσχημη πραγματικότητα μας συνάντησε. Αλλοδαπές γυναίκες που περίμεναν κάποιον για να βγάλουν το νυχτοκάματο και παιδιά που έπαιρναν την δόση τους ήταν οι πρώτες εικόνες. Όμως ξέραμε προς τα που να κινήσουμε. Στο πρώτο βρώμικο και φθηνό motel για να ξεκαυλανιάσουμε.
 Βρήκαμε λοιπόν το δρόμο μας και μπουκάραμε στο χώρο που περιέγραψα στην αρχή. Νοικιάζουμε ένα δωμάτιο για λίγες ώρες και κάνουμε την είσοδο μας στο ασανσέρ. Χαμούρεμα, ζαλάδα, 3ος όροφος. Βρίσκουμε το δωμάτιο που μας αντιστοιχούσε και μπαίνουμε.
-Που με έφερες ρε...;
-Μπάμπης μωρό μου, Μπάμπης Κρήνος. Και σε έφερα εκεί που ήθελες.
-Ναι αυτή είναι η αλήθεια, εδώ ήθελα να με φέρεις.
-Εγώ θα σε λέω Ούμπι. Σε πειράζει;
-Καθόλου, αρκεί να μείνω ευχαριστημένη.
 Ετοίμαζα τα ποτάκια και νοιώθω τα χέρια της Ούμπι  χαμηλά, έτοιμα για χτύπημα κάτω από την ζώνη.
 Χωρίς πολλά πολλά μου τον πιάνει ξεδιάντροπα και αρχίζει να με γδύνει.  Σε λίγα δευτερόλεπτα είμαστε και οι δύο γυμνοί μπροστά από τον καθρέπτη του δωματίου και πειραζόμαστε. Κάποια στιγμή, που ήμασταν στην οριζόντια θέση συνειδητοποιώ, γαμώ την τύχη μου, ότι δεν έχω ΜΠΕΜΠΕΚΑ. Ξανά μανά να ντυθώ και να κατέβω κάτω.
-Γρήγορα, δεν αντέχω, μου λέει με πνιχτή φωνή. Βγαίνω από το δωμάτιο μεθυσμένος και κόκκινος από την όλη φάση.
 -Εεεεε, που πας συ ρε; μου λέει ο άντρας στη ρεσεψιόν.
-Έρχομαι, έρχομαι, φωνάζω.
  Βρίσκομαι λοιπόν στην οδό Αθηνάς ψάχνοντας περίπτερο. Κοιτάζω γύρω μου αλλά δεν φαίνονταν να υπάρχει κάτι εκεί κοντά. Αρχίζω και περπατάω κατά μήκος της οδού αλαφιασμένος. Καθώς πήγαινα συνειδητοποίησα οτί κάτι δεν κολλούσε στο σκηνικό. Γυρνάω προς όλες τις κατευθύνσεις σαν χαμένος και μένω έκπληκτος. Όλα είχαν γυρίσει τούμπα. Ναι, όλα ανάποδα. Σπίτια, δέντρα, αμάξια, οι άνθρωποι περπατούσαν με το κεφάλι.
«Τι παίχτηκε εδώ ρε πούστη μου,» σκέφτομαι. «Τόσο πολυ έχω πιεί.» Μπροστά μου, στα 200μ., ένα ανάποδο περίπτερο με το άνοιγμα όμως του ταμείου προς τα πάνω. «Πόσο έχω πιεί;» «Καλά, τόσο μαλάκας είμαι;» σκέφτομαι πάλι. Όπως σκεφτόμουν, ξαφνικά, εμφανίζεται ένας φυσιολογικός άνθρωπος, περπάταγε ακόμα με τα πόδια όπως και εγώ.
-Επ, είσαι και εσύ κανονικός ακόμα, μου λέει.
-Ε, ναι. Παράξενο;
-Καλά, δεν βλέπεις τι γίνεται γύρω σου;
-Τι γίνεται; του λέω για να τσεκάρω αν είμαι καλά.
-Όλα αιωρούνται. Και πράγματι όλα ήταν στον αέρα και όχι ανάποδα, απλά έτυχε να δω αρκετά από αυτά ανάποδα.
-Ναι ε; Τι λες; Και γιατί εμείς δεν αιωρούμαστε; Μήπως είμαστε οι μαλάκες της υπόθεσης;
-Σσσς, μη μας ακούσουν και μας αεροποιήσουν.
-Τι να μας κάνουν; Να μας αερογαμήσουν; Η επίδραση του αλκοοοοοοόλ ήταν πλέον στο κορύφωμα.
-Έχουν βάλει σε όλα ένα ειδικό αέριο για να αιωρούνται στην ατμόσφαιρα. Πάντα μέχρι τα 50μ.. Αν ανεβάσουν το όριο τα πάντα θα σκάσουν και θα χαθεί ο κόσμος.
-Μήπως να το παίξω Mr.Krinoman να τα γαμήσω όλα να κατέβουν;
-Χμμ, δεν είναι εύκολο, δεν ξέρω, παώ να κρυφτώ, κρύψου και εσύ γεια. Και έφυγε πανικοβλημένος.
 Ρε γαμώ τα πάντα, ένα γαμισάκι έβαλα μπροστά και θα μου το βγάλουν ξινό οι καριόληδες, οι αερογαμιάδες; σκέφτηκα. Άρχισα να φωνάζω στον περιπτερά γιατί νόμιζα ότι όλα ήταν ένα όνειρο.
-Εεε, μπορείτε να μου πετάξετε ένα κουτάκι προφυλακτικά;
-Έχεις αερολεφτά ή θα μου τα πρήξεις και εσύ στο παρακαλητό; Και άρχισε να με δουλεύει: Ε, σας παρακαλώ μια πίστωση...Πωπω και άλλος αερομαλάκας, είπα από μέσα μου.
-Τι είναι αυτά πάλι;
-Όπως το ακούς, χρήματα που αιωρούνται, πάνε εκείνα τα παλιά είναι άχρηστα.
-Ρεεε πέτα μου ένα γαμημένο κουτάκι μην ανέβω απάνω.
-Χα χα, προσπάθησε. Ε, ρε που έμπλεξα,  είπα. Δε γαμιέται, θα γαμήσω έτσι αν υπάρχει ακόμα η γκόμενα και δεν έχει γίνει φουσκωτή και αυτή.

Διαφήμιση
‘’Είστε καυλιάρης; Θέλετε διαρκώς να κάνετε έρωτα; Να χύνετε όλο τον ντούνια; Τι σας φταίνε οι άλλοι; Γαμήστε άφοβα με προφυλακτικά ‘’Παράδεισος’’. Πρώτα ο συνάνθρωπος...’’

 Προχωρούσα προς το motel και όλα γύρω μου πετούσαν. Έφτασα στην είσοδο και ξαφνικά άρχισα να πέφτω. Δεν θα γαμήσω σκέφτηκα. Κατέληξα κάπου και έχασα τις αισθήσεις μου. Παφφφφφφ....
 Όταν ξύπνησα ήμουν στο δωμάτιο του φθηνού, βρώμικου motel που όλα άρχισαν. Σίγουρα δεν γάμησα και πιο σίγουρα δεν θα γαμούσα ποτέ. Ρούχα, πορτοφόλια και γκόμενα εξαφανισμένα. Προφανώς με είχε πυροβολήσει και χτυπήσει με κάποιο γυναικείο σιδερικό. Μετά από αρκετή ώρα σηκώθηκα, τύλιξα το σεντόνι γύρω μου, αγρίεψα την έκφραση μου, σαν να μην τρέχει τίποτα, και ξεκίνησα για το τσαρδί μου. Το όνομα μου είναι Κρήνος, Μπάμπης Κρήνος και όλα αυτά μεταξύ μας.


Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

Αόρατος Εχθρός

-Έχεις δει πότε άνθρωπο; Νομίζεις οτί βλέπεις εξωγήινο. Που να σου μιλήσει κιόλας. Η διάλεκτος αυτή είναι πολύ περίεργη, υπάρχει από τότε που γεννήθηκε ο άνθρωπος ατόφια απο’κεινον τον καιρό. Δύσκολα τους γνωρίζεις τους ανθρώπους, δε διακρίνονται εύκολα. Φοβούνται και κρύβονται από τα άλλα ζώα.
 Κάποτε ένα ζώο γνώρισε έναν άνθρωπο και μίλησαν.  Το ζώο δεν άντεξε να μιλαέι με κάποιον που δεν καταλάβαινε τι έλεγε. Ο νους του ήταν τόσο μικρός που δεν χωρούσε τις σκέψεις του ανθρώπου ή δεν ήθελε να τις χωρέσει. Τελικά έφυγε λέγοντας:
-Τι περίεργα που τα έλεγε ο άνθρωπος. Και όλα αυτά περί αγάπης, συντροφικότητας, μίσους και φθόνου; Τι είναι όλα αυτά; Πιστεύω οτί με ζάλισε με τα λόγια του για να με πάρει με το μέρος του. Δεν είμαι κανας βλάκας όμως. Ξέρω’γω τι λέω, τον εαυτό μου μόνος μου θα τον φτιάξω.
 Αφού καυχήθηκε όσο έπρεπε για να νοιώσει μοναδικός, διέγραψε τα πάντα από το μυαλό του, σαν να μην τον είδε ποτέ. Αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι δεν εμφανίζονται και δεν τους θέλει κανείς. Είναι κακό παράδειγμα για τα άλλα ζωά.

ΖΩΑ, Ε, ΖΩΑ!!!!!!